μέγας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μέγας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μέγας
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈme.ɣas/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μέ‐γας
Επίθετο
[επεξεργασία]- (λόγιο) προσωνυμία: o μεγάλος, για ηγεμόνες ή ιστορικές ή θρησκευτικές προσωπικότητες ή εκκλησιαστικούς όρους ή τίτλους έργων
ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Μέγας Βασίλειος
μέγα απόδειπνον
Το Μέγα Ετυμολογικόν Λεξικόν, Ο Μέγας Ανατολικός
- σε τοπωνύμια
Μέγα Σπήλαιο (που όμως λέγεται και Μεγάλο Σπήλαιο)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- στα κατωιταλικά: mea
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μέγας < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *mégas. Η κλίση με τύπους σε μεγαλ- προέκυψε από συμφυρμό ανάμεσά στην πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *méǵh₂s και το παράγωγό του *méǵh₂los (> μεγάλος)[1]. Ομόρριζα: ἄγαν, ἀγα-. Συγγενή: λατινική magnus.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /mé.gas/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μέ‐γας
Επίθετο
[επεξεργασία]μέγᾰς, μεγάλη, μέγᾰ, συγκριτικός : μείζων, υπερθετικός : μέγιστος
- μεγάλος σε μέγεθος· ευμεγέθης
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 1 (Α. Λοιμός. Μῆνις.), στίχ. 194
- ἕλκετο δ᾽ ἐκ κολεοῖο μέγα ξίφος
- και από την θήκην | το μέγα ξίφος έσερνε
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr [μεταγραφή σε μονοτονικό]
- ἕλκετο δ᾽ ἐκ κολεοῖο μέγα ξίφος
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 1 (Α. Λοιμός. Μῆνις.), στίχ. 194
- μεγάλος σε ένταση· έντονος
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 1 (Α. Λοιμός. Μῆνις.), στίχ. 103 (103-104)
- μένεος δὲ μέγα φρένες ἀμφὶ μέλαιναι | πίμπλαντ᾽
- και η χολή τα μαύρα σωθικά του | πλημμύριζ᾽ όλα
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr [μεταγραφή σε μονοτονικό]
- μένεος δὲ μέγα φρένες ἀμφὶ μέλαιναι | πίμπλαντ᾽
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 1 (Α. Λοιμός. Μῆνις.), στίχ. 103 (103-104)
- μεγάλος σε δύναμη· παντοδύναμος, τρανός
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Αἰσχύλος, Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας, στίχ. 822 (822-823)
- ὦ μεγάλε Ζεῦ καὶ πολιοῦχοι | δαίμονες
- Παντοδύναμε Δία και πολιούχοι θεοί
- Μετάφραση (1911): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Φέξης @greek‑language.gr
- ὦ μεγάλε Ζεῦ καὶ πολιοῦχοι | δαίμονες
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Τρῳάδες, στίχ. 674
- ξυνέσει γένει πλούτῳ τε κἀνδρείᾳ μέγαν
- τρανός σε νου, γενιά κι αντρεία και πλούτη
- Μετάφραση, αναθεωρημένη έκδοση (1972) Οι Τρωαδίτισσες: Θρασύβουλος Σταύρου, 1η έκδοση (1952) @greek‑language.gr
- ξυνέσει γένει πλούτῳ τε κἀνδρείᾳ μέγαν
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Αἰσχύλος, Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας, στίχ. 822 (822-823)
- μεγάλος σε ηλικία· ηλικιωμένος
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Αἰσχύλος, Ἀγαμέμνων, στίχ. 358 (358-389)
- ὡς μήτε μέγαν | μήτ᾽ οὖν νεαρῶν τιν᾽ ὑπερτελέσαι
- Μήτε μεγάλοι να μπορούν μήτ᾽ άγουρα παιδιά
- Μετάφραση (1911): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Φέξης @greek‑language.gr
- ὡς μήτε μέγαν | μήτ᾽ οὖν νεαρῶν τιν᾽ ὑπερτελέσαι
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Αἰσχύλος, Ἀγαμέμνων, στίχ. 358 (358-389)
- μεγάλος σε σημασία· σπουδαίος, μέγας
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 4 (δ. Τὰ ἐν Λακεδαίμονι.), στίχ. 444
- ἀλλ᾽ αὐτὴ ἐσάωσε καὶ ἐφράσατο μέγ᾽ ὄνειαρ·
- Αλλά μας έσωσε από μόνη της, σοφίστηκε μεγάλο το όφελός μας·
- Μετάφραση σε ελεύθερο στίχο (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
- ἀλλ᾽ αὐτὴ ἐσάωσε καὶ ἐφράσατο μέγ᾽ ὄνειαρ·
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 4 (δ. Τὰ ἐν Λακεδαίμονι.), στίχ. 444
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]- μεγα- Αρχαίες ελληνικές λέξεις με πρόθημα μεγα- στο Βικιλεξικό
- μεγαλ- Αρχαίες ελληνικές λέξεις με πρόθημα μεγαλ- στο Βικιλεξικό
- μεγαλο- Αρχαίες ελληνικές λέξεις με πρόθημα μεγαλο- στο Βικιλεξικό
όπως:
- μεγάθυμος
- μεγαλεπήβολος
- μεγαληγορέω
- μεγαλήγορος
- μεγαλήνωρ
- μεγαλήτωρ
- μεγαλογνωμέω
- μεγαλογνώμων
- μεγαλόδοξος
- μεγαλοδύναμος
- μεγαλόδωρος
- μεγαλουργέω
- μεγαλουργία
- μεγαλόμισθος
- μεγαλόνοος
- Μεγαλόπολις
- μεγαλοπράγμων
- μεγαλοπρεπής
- μεγαλοσθενής, μεγασθενής
- μεγαλόσχημος
- μεγαλότολμος
- μεγαλοφρονέω
- μεγαλόφρων
- μεγαλώνυμος
- μεγάνωρ
- μεγαυχής
- μεγαλόψυχος
Απόγονοι
[επεξεργασία]μέγας (αρχαία ελληνικά)
Κλίση
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ μέγας σελ. 917 - ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
Πηγές
[επεξεργασία]- μέγας - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- μέγας - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Προσωνυμίες (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοελληνική (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αισχύλο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ευριπίδη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)