Οι Πρόεδροι της Βουλής των Αντιπροσώπων από το 1960 έως σήμερα
Αμέσως μετά την παράδοση της εξουσίας από τον τελευταίο Βρετανό κυβερνήτη σερ Χιου Φουτ στον πρώτο Πρόεδρο της νεοσύστατης Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ΄ και στον πρώτο Αντιπρόεδρό της Φαζίλ Κουτσιούκ, στις 16 Αυγούστου 1960, η Βουλή των Αντιπροσώπων συνήλθε στην πρώτη της συνεδρίαση με Πρόεδρο τον πρεσβύτερο από τους ΄Ελληνες βουλευτές Χαρίδημο Χατζηχάρο και Αντιπρόεδρο τον πρεσβύτερο από τους Τούρκους βουλευτές Νιαζί Μανιέρα.
Κατά την ίδια συνεδρίαση η Βουλή εξέλεξε για την Πρώτη Βουλευτική Περίοδο (1960-1970) ως πρώτο Πρόεδρό της τον Γλαύκο Κληρίδη (Πατριωτικό Μέτωπο) και ως πρώτο Αντιπρόεδρό της τον Ορχάν Μουντερίσογλου (Τουρκική Εθνική Ένωση Κύπρου) και τους δύο χωρίς ανθυποψήφιο. Κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου, το σώμα αποφάσισε ότι σε περίπτωση πρόσκαιρης απουσίας ή κωλύματος του Προέδρου της Βουλής τον αντικαθιστά ο πρόεδρος της Νομικής Επιτροπής.
Μετά τις διακοινοτικές ταραχές που σημειώθηκαν τον Δεκέμβριο του 1963, οι Τουρκοκύπριοι βουλευτές εγκατέλειψαν τις θέσεις τους, οι οποίες έκτοτε παραμένουν κενές. Λόγω της έκρυθμης κατάστασης, το 1965 δεν πραγματοποιήθηκαν βουλευτικές εκλογές και η Πρώτη Βουλευτική Περίοδος παρατεινόταν κάθε χρόνο με σχετική νομοθεσία για μια πενταετία.
Οι επόμενες βουλευτικές εκλογές διεξήχθησαν στις 5 Ιουλίου 1970 και στις 16 Ιουλίου 1970 Πρόεδρος της Βουλής για τη Δεύτερη Βουλευτική Περίοδο (1970-1976) εξελέγη ο Γλαύκος Κληρίδης (Ενιαίον), συγκεντρώνοντας 27 ψήφους υπέρ, 2 εναντίον και 6 αποχές, ενώ ο ανθυποψήφιός του Βάσος Λυσσαρίδης [Ενιαία Δημοκρατική Ένωση Κέντρου (Ε.Δ.Ε.Κ.)] συγκέντρωσε 2 ψήφους υπέρ, 25 εναντίον και 8 αποχές.
Κατά την ίδια βουλευτική περίοδο, στις 23 Ιουλίου 1970, η Βουλή εξέλεξε τον Τάσσο Παπαδόπουλο (Ενιαίον) ως Προεδρεύοντα του σώματος σε περίπτωση προσωρινής απουσίας ή κωλύματος του Προέδρου της. Η σχετική απόφαση της Βουλής ελήφθη με τη θετική ψήφο των παρόντων βουλευτών, εξαιρουμένων των βουλευτών της Ε.Δ.Ε.Κ. που εξέφρασαν τη διαφωνία τους για την εν λόγω ρύθμιση και τήρησαν αποχή.
Τον Ιούλιο του 1974, αμέσως μετά το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή, ο Πρόεδρος της Βουλής Γλαύκος Κληρίδης ανέλαβε, δυνάμει του Συντάγματος (άρθρο 36.2), Προεδρεύων της Δημοκρατίας μέχρι την επιστροφή του Προέδρου Μακαρίου στην Κύπρο στις 7 Δεκεμβρίου 1974. Στη Βουλή των Αντιπροσώπων καθήκοντα Προέδρου ασκούσε ο εκλελεγμένος Προεδρεύων του σώματος Τάσσος Παπαδόπουλος.
Τον Ιούλιο του 1976 ο Γλαύκος Κληρίδης παραιτήθηκε από το αξίωμα του Προέδρου της Βουλής ύστερα από διαφωνία βουλευτών αναφορικά με τους χειρισμούς του ως εκπροσώπου της ελληνοκυπριακής πλευράς στις διαπραγματεύσεις του Ε΄ Γύρου της Βιέννης για το Κυπριακό. Πρόεδρος του σώματος για την περίοδο από τις 22 Ιουλίου μέχρι τις 20 Σεπτεμβρίου 1976 εξελέγη ομόφωνα ο Τάσσος Παπαδόπουλος. Στη συνεδρίαση για την εκλογή του Τάσσου Παπαδόπουλου ως Προέδρου του σώματος δεν συμμετείχαν οι βουλευτές του νεοσυσταθέντος από μέλη του Ενιαίου και της Προοδευτικής Παρατάξεως κόμματος του Δημοκρατικού Συναγερμού (ΔΗ.ΣΥ.).
Οι βουλευτικές εκλογές για την Τρίτη Βουλευτική Περίοδο (1976-1981) διενεργήθηκαν στις 5 Σεπτεμβρίου 1976 και Πρόεδρος της Βουλής αναδείχθηκε, στις 20 Σεπτεμβρίου 1976, ο Σπύρος Κυπριανού [Δημοκρατική Παράταξη, αργότερα μετονομάστηκε σε Δημοκρατικό Κόμμα (ΔΗ.ΚΟ.)] με ομόφωνη απόφαση του σώματος.
Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Προέδρου της Δημοκρατίας Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, στις 3 Αυγούστου 1977, ο Πρόεδρος της Βουλής Σπύρος Κυπριανού ανέλαβε, δυνάμει του Συντάγματος, Προεδρεύων της Δημοκρατίας και ακολούθως, στις 3 Σεπτεμβρίου 1977, αναδείχθηκε χωρίς ανθυποψήφιο στο αξίωμα του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας για τη συμπλήρωση του υπολοίπου της προεδρικής θητείας του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου.
Στις 4 Αυγούστου 1977 Προεδρεύων του σώματος για την περίοδο που προήδρευε της Δημοκρατίας ο Σπύρος Κυπριανού εξελέγη ομόφωνα ο Αλέκος Μιχαηλίδης, ο οποίος στη συνέχεια παρέμεινε στο αξίωμα αυτό με απόφαση της Βουλής, που ελήφθη με 20 ψήφους υπέρ, 2 εναντίον και 6 αποχές, μέχρι και την εκλογή Προέδρου της Βουλής.
Στις 22 Σεπτεμβρίου 1977 ο Αλέκος Μιχαηλίδης (ΔΗ.ΚΟ.) εξελέγη Πρόεδρος του σώματος, συγκεντρώνοντας 24 ψήφους υπέρ, 7 εναντίον και μία αποχή, ενώ η υποψηφιότητα του Βάσου Λυσσαρίδη [Σοσιαλιστικό Κόμμα ΕΔΕΚ (Σ.Κ. ΕΔΕΚ)] συγκέντρωσε 5 ψήφους υπέρ, 17 εναντίον και 10 αποχές.
Μετά τις βουλευτικές εκλογές της 24ης Μαΐου 1981, η Βουλή των Αντιπροσώπων εξέλεξε, στις 4 Ιουνίου 1981, για την Τέταρτη Βουλευτική Περίοδο (1981-1985) Πρόεδρο του σώματος τον Γεώργιο Λαδά (ΔΗ.ΚΟ.) με 20 ψήφους υπέρ και 12 εναντίον, χωρίς να υπάρχει ανθυποψήφιος.
Κατά τη διάρκεια της ίδιας βουλευτικής περιόδου, η Βουλή με απόφασή της, κατ’ επίκλησιν του δικαίου της ανάγκης, αφού το Σύνταγμα επιτάσσει χωριστή πλειοψηφία Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων βουλευτών για τη σχετική τροποποίηση, που ελήφθη στις 20 Ιουνίου 1985, προχώρησε στην αύξηση του αριθμού των βουλευτών σε ογδόντα, από τους οποίους οι πενήντα έξι εκλέγονται από την ελληνική κοινότητα και οι είκοσι τέσσερις από την τουρκική κοινότητα.
Για την Πέμπτη Βουλευτική Περίοδο (1985-1991) διεκδίκησαν το αξίωμα του Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων τέσσερις υποψήφιοι: oι Γλαύκος Κληρίδης, εκ μέρους του ΔΗ.ΣΥ., Γεώργιος Λαδάς, εκ μέρους του ΔΗ.ΚΟ., Εζεκίας Παπαϊωάννου, εκ μέρους του Α.Κ.Ε.Λ.-Αριστερά, και Βάσος Λυσσαρίδης, εκ μέρους του Σ.Κ. ΕΔΕΚ. Η κυπριακή Βουλή για πρώτη φορά από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας είχε να αντιμετωπίσει πρόβλημα διαδικασίας για την εκλογή Προέδρου του σώματος. Για την άρση του αδιεξόδου η Βουλή ομόφωνα ενέκρινε το ακόλουθο σχέδιο απόφασης αναφορικά με τη διαδικασία για την ανάδειξη Προέδρου του σώματος: Πρόεδρος της Βουλής εκλέγεται ο υποψήφιος που θα συγκεντρώσει τον αμέσως επόμενο ακέραιο αριθμό του ημίσεος των παρόντων και ψηφιζόντων βουλευτών. Αν κατά την πρώτη ψηφοφορία δεν εκλεγεί Πρόεδρος, ακολουθεί δεύτερη ψηφοφορία και Πρόεδρος της Βουλής εκλέγεται ο υποψήφιος που θα συγκεντρώσει τα 2/5 των εγκριτικών ψήφων των παρόντων και ψηφιζόντων βουλευτών, παραλειπομένου τυχόν κλάσματος. Σε περίπτωση που κανένας από τους υποψηφίους δεν συγκεντρώσει τις πιο πάνω πλειοψηφίες, γίνεται τρίτη ψηφοφορία κατά την οποία Πρόεδρος εκλέγεται εκείνος που θα εξασφαλίσει τις περισσότερες εγκριτικές ψήφους των παρόντων και ψηφιζόντων βουλευτών.
Υιοθετώντας αυτή τη διαδικασία, η Βουλή εξέλεξε, στις 30 Δεκεμβρίου 1985, κατά την τρίτη φάση της ψηφοφορίας, Πρόεδρο του σώματος τον Βάσο Λυσσαρίδη, ο οποίος συγκέντρωσε 22 ψήφους. Στην ίδια ψηφοφορία ο Γλαύκος Κληρίδης συγκέντρωσε 19 ψήφους, ο Γεώργιος Λαδάς 16 ψήφους και ο Εζεκίας Παπαϊωάννου 14 ψήφους.
Στις 30 Μαΐου 1991 για την Έκτη Βουλευτική Περίοδο (1991-1996) υποβλήθηκαν δύο υποψηφιότητες για το αξίωμα του Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων, η υποψηφιότητα του Αλέξη Γαλανού, εκ μέρους του ΔΗ.ΚΟ., και η υποψηφιότητα του Βάσου Λυσσαρίδη, εκ μέρους του Σ.Κ. ΕΔΕΚ. Η Βουλή ανέδειξε στο αξίωμα του Προέδρου του σώματος τον Αλέξη Γαλανό, ο οποίος συγκέντρωσε 31 ψήφους υπέρ, ενώ ο ανθυποψήφιός του Βάσος Λυσσαρίδης συγκέντρωσε 25 ψήφους.
Μετά τις εκλογές της 26ης Μαΐου 1996, διεκδίκησαν το αξίωμα του Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων για την Έβδομη Βουλευτική Περίοδο (1996-2001) οι Σπύρος Κυπριανού, εκ μέρους του Δημοκρατικού Κόμματος, και Βάσος Λυσσαρίδης, εκ μέρους του Σ.Κ. ΕΔΕΚ. Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων αναδείχθηκε, στις 6 Ιουνίου 1996, ο Σπύρος Κυπριανού, λαμβάνοντας 30 ψήφους υπέρ, ενώ ο ανθυποψήφιός του Βάσος Λυσσαρίδης έλαβε 26 ψήφους.
Στις 13 Ιουνίου 1996 η Βουλή των Αντιπροσώπων, ασκώντας το παρεχόμενο σ' αυτή δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 72.3 του Συντάγματος, αποφάσισε ότι, σε περίπτωση πρόσκαιρης απουσίας ή κωλύματος ή σε περίπτωση που κενωθεί η θέση του Προέδρου της Βουλής και μέχρι να πληρωθεί, τα καθήκοντα του Προέδρου του σώματος θα ασκεί ο βουλευτής Νίκος Αναστασιάδης (ΔΗ.ΣΥ.). Η εν λόγω απόφαση της Βουλής ελήφθη κατά πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών, με 27 ψήφους υπέρ και 21 εναντίον. Η διάσταση απόψεων προέκυψε από τη διαφορετική ερμηνεία του άρθρου 72.3 του Συντάγματος και με πρωτοβουλία της μειοψηφίας το θέμα παραπέμφθηκε στην αρμόδια κατά το Σύνταγμα αρχή, το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο κατά πλειοψηφία αποφάσισε ότι η επίδικη απόφαση της Βουλής δεν παραβιάζει το άρθρο 72.3 του Συντάγματος.
Για την Όγδοη Βουλευτική Περίοδο (2001-2006) το αξίωμα του Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων διεκδίκησαν οι Δημήτρης Χριστόφιας, εκ μέρους του Α.Κ.Ε.Λ.-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, και Νίκος Αναστασιάδης, εκ μέρους του ΔΗ.ΣΥ. Πρόεδρος του σώματος εξελέγη, στις 7 Ιουνίου 2001, ο Δημήτρης Χριστόφιας με 33 ψήφους υπέρ, 19 εναντίον και 4 αποχές.
Για την Ένατη Βουλευτική Περίοδο (2006-2011) το αξίωμα του Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων διεκδίκησαν οι Δημήτρης Χριστόφιας, εκ μέρους του Α.Κ.Ε.Λ.-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, Νίκος Αναστασιάδης, εκ μέρους του ΔΗ.ΣΥ., και Δημήτρης Συλλούρης, εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Κόμματος (ΕΥΡΩ.ΚΟ.). Πρόεδρος του σώματος εξελέγη, την 1η Ιουνίου 2006, ο Δημήτρης Χριστόφιας με 35 ψήφους υπέρ και 21 εναντίον. Ο Δημήτρης Χριστόφιας παρέμεινε στη θέση του Προέδρου της Βουλής μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 2008, ημερομηνία κατά την οποία έλαβε χώρα η εγκατάστασή του ως Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, αξίωμα στο οποίο εξελέγη στις προεδρικές εκλογές της 24ης Φεβρουαρίου 2008.
Για το υπόλοιπο της θητείας του Προέδρου της Βουλής εξελέγη, στις 6 Μαρτίου 2008, χωρίς ανθυποψήφιο, με 36 ψήφους υπέρ, καμία εναντίον και 15 αποχές, ο Μάριος Καρογιάν (ΔΗ.ΚΟ.).
Για τη Δέκατη Βουλευτική Περίοδο (2011-2016) διεκδίκησαν το αξίωμα του Προέδρου της Βουλής τρεις υποψήφιοι: οι Μάριος Καρογιάν, εκ μέρους του ΔΗ.ΚΟ., Γιαννάκης Ομήρου, εκ μέρους του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ (Κ.Σ. ΕΔΕΚ), και Γιώργος Περδίκης, εκ μέρους του Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών. Για την εκλογή Προέδρου του σώματος τηρήθηκε η απόφαση της Βουλής της 30ής Δεκεμβρίου 1985. Πρόεδρος της Βουλής εξελέγη, στις 2 Ιουνίου 2011, κατά την τρίτη φάση της ψηφοφορίας ο Γιαννάκης Ομήρου, εξασφαλίζοντας 28 ψήφους. Στην ίδια ψηφοφορία ο Μάριος Καρογιάν εξασφάλισε 27 ψήφους, ενώ ο Γιώργος Περδίκης απέσυρε την υποψηφιότητά του.
Μετά τις εκλογές της 22ας Μαΐου 2016, το αξίωμα του Προέδρου της Βουλής διεκδίκησαν, για την Ενδέκατη Βουλευτική Περίοδο (2016-2021), οι ακόλουθοι πέντε υποψήφιοι κατά σειρά υποβολής της υποψηφιότητάς τους: Δημήτρης Συλλούρης, εκ μέρους της Αλληλεγγύης, Αβέρωφ Νεοφύτου, εκ μέρους του ΔΗ.ΣΥ., Άντρος Κυπριανού, εκ μέρους του Α.Κ.Ε.Λ.-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, Μαρίνος Σιζόπουλος, εκ μέρους του Κ.Σ. ΕΔΕΚ, και ο Γιώργος Περδίκης, εκ μέρους του Κινήματος Οικολόγων-Συνεργασία Πολιτών. Για την ανάδειξη Προέδρου του σώματος τηρήθηκε η απόφαση της Βουλής της 30ής Δεκεμβρίου 1985 και Πρόεδρος εξελέγη, στις 2 Ιουνίου 2016, κατά την τρίτη φάση της ψηφοφορίας ο Δημήτρης Συλλούρης, εξασφαλίζοντας 21 ψήφους. Στην ίδια ψηφοφορία ο Αβέρωφ Νεοφύτου εξασφάλισε 18 ψήφους, ο Μαρίνος Σιζόπουλος 17 ψήφους, ο Άντρος Κυπριανού 16 ψήφους και ο Γιώργος Περδίκης 2 ψήφους.
Στις 15 Οκτωβρίου 2020 ο Δημήτρης Συλλούρης υπέβαλε την παραίτησή του από το βουλευτικό αξίωμα. Για το υπόλοιπο της θητείας του Προέδρου της Βουλής εξελέγη χωρίς ανθυποψήφιο, στις 23 Οκτωβρίου 2020, ο Αδάμος Αδάμου (Α.Κ.Ε.Λ.-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις), με 53 ψήφους υπέρ, καμία εναντίον και 2 αποχές [Εθνικό Λαϊκό Μέτωπο (Ε.ΛΑ.Μ.)].
Μετά τις εκλογές της 30ής Μαΐου 2021, το αξίωμα του Προέδρου της Βουλής για τη Δωδέκατη Βουλευτική Περίοδο (2021-2026) διεκδίκησαν, κατά σειρά υποβολής της υποψηφιότητάς τους, οι Χαράλαμπος Θεοπέμπτου, εκ μέρους του Κινήματος Οικολόγων-Συνεργασία Πολιτών, Μάριος Καρογιάν, εκ μέρους της Δημοκρατικής Παράταξης (ΔΗ.ΠΑ.), Μαρίνος Σιζόπουλος, εκ μέρους του Κ.Σ. ΕΔΕΚ, Χρίστος Χρίστου, εκ μέρους του Ε.ΛΑ.Μ., Νικόλας Παπαδόπουλος, εκ μέρους του ΔΗ.ΚΟ., Άντρος Κυπριανού, εκ μέρους του Α.Κ.Ε.Λ.-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις και Αννίτα Δημητρίου, εκ μέρους του ΔΗ.ΣΥ. Για την ανάδειξη Προέδρου του σώματος τηρήθηκε η απόφαση της Βουλής της 30ής Δεκεμβρίου 1985. Πρόεδρος της Βουλής εξελέγη, στις 10 Ιουνίου 2021, κατά τη δεύτερη φάση της ψηφοφορίας και αφού το Ε.ΛΑ.Μ. απέσυρε την υποψηφιότητά του, η Αννίτα Δημητρίου, εξασφαλίζοντας 25 ψήφους (ΔΗ.ΣΥ., Ε.ΛΑ.Μ., ΔΗ.ΠΑ.). Στην ίδια ψηφοφορία ο Χαράλαμπος Θεοπέμπτου εξασφάλισε 3 ψήφους, ο Μάριος Καρογιάν 4 ψήφους, ο Μαρίνος Σιζόπουλος 13 ψήφους, ο Νικόλας Παπαδόπουλος 13 ψήφους και ο Άντρος Κυπριανού 18 ψήφους.
Για τη Δέκατη Τρίτη Βουλευτική Περίοδο (2026-2031), η οποία ακολούθησε τις βουλευτικές εκλογές της 24ης Μαΐου 2026, το αξίωμα του Προέδρου της Βουλής διεκδίκησαν, κατά σειρά υποβολής της υποψηφιότητάς τους, οι Αννίτα Δημητρίου, εκ μέρους του ΔΗ.ΣΥ., Νικόλας Παπαδόπουλος, εκ μέρους του ΔΗ.ΚΟ., Χρίστος Χρίστου, εκ μέρους του Ε.ΛΑ.Μ., και Στέφανος Στεφάνου, εκ μέρους του Α.Κ.Ε.Λ.-Αριστερά-Κοινωνική Συμμαχία. Για την ανάδειξη Προέδρου του σώματος τηρήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται στον Κανονισμό 6 του Κανονισμού της Βουλής των Αντιπροσώπων όπως τροποποιήθηκε με απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων στις 2 Απριλίου 2026. Πρόεδρος του σώματος εξελέγη, στις 4 Ιουνίου 2026, κατά τον δεύτερο γύρο ψηφοφορίας η Αννίτα Δημητρίου, εξασφαλίζοντας 29 ψήφους, (ΔΗ.ΣΥ., ΔΗ.ΚΟ. Άμεση Δημοκρατία Κύπρου). Στην ίδια ψηφοφορία ο Στέφανος Στεφάνου εξασφάλισε 19 ψήφους, ενώ τηρήθηκαν 8 αποχές.
